Πάρκαρε ακριβώς κάτω από το παρατηρητήριο, όπως ακριβώς έκανε ανελλιπώς τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του. Έκανε κρύο έξω και γι’ αυτό είχε φορέσει ένα χοντρό μαύρο μπουφάν και το είχε κουμπώσει μέχρι πάνω, λίγο κάτω από τα μάτια του. Ο κόκκινος σκούφος στο κεφάλι, σήμα κατατεθέν του τόσα χρόνια, είχε αρχίζει να φθείρεται και είχε μια μικρή τρυπούλα ψηλά στην κορφή του. Μαύρα, πέτσινα γάντια στα χέρια, χοντρό τζιν και βαριές, χακί μπότες στα πόδια. Όλα όσα χρειαζόταν για να κάνει αυτή τη δουλειά τέτοια εποχή.

   Βγήκε από το αμάξι του, κοίταξε γύρω γύρω το υπέροχο τοπίο που μπορεί κανείς να θαυμάσει όταν βρίσκεται σε μια βουνοκορφή και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ίδια διαδικασία κάθε φορά, άλλωστε δεν πλήττεις ποτέ κοιτάζοντας την φυσική ομορφιά που σου προσφέρεται απλόχερα σε αυτό το επάγγελμα. Φόρεσε στην πλάτη του τον μεγάλο σάκο που έβγαλε από το πορτμπαγκάζ και άρχισε να ανεβαίνει τα σιδερένια σκαλιά. Σε κάθε βήμα του, κάθε σκαλί… βογκούσε αλλά ποτέ δεν τον είχε προδώσει, τουλάχιστον ποτέ μέχρι σήμερα.

   Έφτασε πάνω στο παρατηρητήριο και πήγε στην πίσω μεριά του μπαλκονιού που έβλεπε μακριά, μέχρι τη μεγάλη λίμνη. Χάζεψε λιγάκι την ομορφιά της λουλουδιασμένης κοιλάδας που εκτείνονταν ανάμεσα στα βουνά και ξαναγύρισε μπροστά για να ξεκλειδώσει την πόρτα του δωματίου. Παιδεύτηκε λιγάκι και του έφυγε μια βρισιά γιατί το κλειδί ήταν σκουριασμένο και ήθελε κάμποσο κούνημα για να κάνει τη δουλειά του. Με τα πολλά άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα, άφησε κάτω τον σάκο του και κοίταξε ολόγυρα το δωμάτιο. Όλα στη θέση τους. Όλα εκτός από την φωτογραφία της παρέας! Αυτή ήταν πεσμένη στο πάτωμα.

   Πήγε στα παράθυρα του παρατηρητηρίου και τσέκαρε να δει αν είναι κλειδωμένα όπως ακριβώς τα είχε αφήσει όταν έφυγε πριν από καμιά βδομάδα περίπου. Όλα σφαλισμένα! Μάλιστα, σκέφτηκε, πολύ περίεργο αυτό, εκτός κι αν έκανε κανένα σεισμό και έριξε κάτω τη φωτογραφία. Αλλά αν έκανε σεισμό θα είχε ρίξει κάτω και την τηλεόραση, η οποία στηριζόταν σε ένα μισοδιαλυμένο σκαμπό που εκτελούσε χρέη τραπεζιού. Κούνησε αφηρημένα το κεφάλι του και έκλεισε την πόρτα του δωματίου. Έβγαλε το μπουφάν του και το κρέμασε πίσω από την πόρτα και πήγε να μαζέψει την φωτογραφία φορώντας γάντια εργασίας και προστατευτικά γυαλιά. Καλύτερα σπασικλάκι, έλεγε, παρά να πρέπει να πας νοσοκομείο από εδώ πέρα. Δεν πρόκειται να φτάσεις ποτέ μέχρι την πόλη τραυματίας, εδώ καλά καλά δεν θα μπορούσες να κατέβεις από δω πάνω.  

   Έπιασε με προσοχή την κορνίζα και την γύρισε αργά αργά. Χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε τη μέρα που τράβηξαν τη φωτογραφία. Ήταν ένα μακρινό καλοκαίρι, πολλά χρόνια πίσω, όταν όλοι τους ήταν ακόμα παιδιά. Είχαν πάει για διακοπές στη λίμνη και το βράδυ κατασκήνωναν στην κοιλάδα, ανάβοντας φωτιά και λέγοντας τρομακτικές ιστορίες. Όπως εκείνη για τον παπά Ονόριο, τον δαιμονισμένο καλόγερο από την Κόλαση που ο μύθος έλεγε ότι στοίχειωνε τα βουνά της περιοχής. Στην πραγματικότητα ο παπά Ονόριο ζούσε μοναχικά σε μια καλύβα μέσα στο δάσος και πότε πότε ανέβαινε μέχρι την κορυφή του βουνού και έψελνε ασυναρτησίες σε μια δική του γλώσσα. Ο κακόμοιρος πέθανε πριν από πολλά πολλά χρόνια, μεγάλος σε ηλικία και προδομένος από τον ένα του πνεύμονα. Από τότε οι ντόπιοι έλεγαν ότι αναστήθηκε δαιμονισμένος και άρπαζε παιδάκια το βράδυ αν τύχαινε και χάνονταν μέσα στα βουνά.

   Ανοησίες, σκέφτηκε φωναχτά και έφερε κοντά του τη φωτογραφία. Ο Ρίκο είχε ξεκαρδιστεί ενώ τον γαργάλαγε η Νικόλ. Ο ίδιος τους έδειχνε με το δάχτυλο γελώντας ενώ φωτογράφος ήταν ο Μικαέλο, ένα ψιλόλιγνο παιδί που τώρα πια δεν βρίσκεται μαζί μας. Είχε χαθεί πριν από χρόνια ενώ έκανε πεζοπορία στο βουνό και από τότε δεν ξαναβρέθηκαν τα ίχνη του. Όλοι τον είχαν για νεκρό, πιο πιθανό να είχε πάθει κάποιο ατύχημα στις ερημιές και να πέθανε από τις κακουχίες ή στη χειρότερη από καμιά αρκούδα. Κοιτάζοντας καλά καλά τη φωτογραφία είδε ότι το πρόσωπό του είχε σκιστεί λες και κάποιος έκοψε το κεφάλι του με ένα ψαλίδι και το έσκισε από τη θέση του. Ένα ρίγος τον διαπέρασε και πήγε μέχρι τον σάκο του για να πάρει ένα τσιγάρο από το πακέτο του και να το καπνίσει. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι, το άναψε και χάθηκε στις σκέψεις του κοιτάζοντας την καταπράσινη πλάση.

   Έσβησε το καταραμένο τσιγάρο και μπήκε μέσα στο δωμάτιο για να ανάψει το φως καθώς άρχισε να πέφτει το σκοτάδι. Ήταν βλέπετε χειμώνας και η νύχτα έκανε από πολύ νωρίς την εμφάνισή της. Κρέμασε στο κλασικό σημείο τη λάμπα υγραερίου που είχε μαζί του και την άναψε κάνοντας το παρατηρητήριο να μοιάζει από μακριά με φάρο. Πήρε τη σκούπα και το φαράσι από τον φωριαμό που είχε μέσα χλωρίνες και γενικότερα διάφορα «σύνεργα» καθαρισμού και μάζεψε τα σπασμένα γυαλιά της φωτογραφίας. Ξαφνικά, από πολύ μακριά, άκουσε μια κραυγή, μια ανατριχιαστική κραυγή. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν κάποιο ζώο ή άνθρωπος αλλά η δεύτερη περίπτωση του φαινόταν πολύ τραβηγμένη αφού ειδικά τον χειμώνα δεν πάταγε ψυχή στην περιοχή του παρατηρητηρίου. Βγήκε έξω από το δωμάτιο και περίμενε να ακούσει και πάλι τον περίεργο θόρυβο αλλά… τζίφος! Κοίταξε μακριά προς τον δρόμο που οδηγεί στο παλιό εκκλησάκι και από κει σε βγάζει στον διεθνή για να μπορέσεις να βγεις και πάλι στον πολιτισμό. Τίποτα.

   Μπήκε μέσα στο δωμάτιο και πήγε να ανάψει την ξυλόσομπα για να ζεσταθεί και να μαγειρέψει λίγη σούπα για να φάει. Αλλά προς μεγάλη του έκπληξη, τα ξύλα που είχε κόψει την προηγούμενη φορά που είχε πάει στο παρατηρητήριο είχαν εξαφανιστεί! Τρελάθηκε! Έψαξε παντού να βρει κάποιο ίχνος, να δώσει στον εαυτό του μια πειστική απάντηση για το που πήγαν τα ξύλα. Πήρε στα χέρια του την λάμπα και βγήκε έξω στο μπαλκόνι, πήγε μέχρι την άκρη και φώτισε προς τα κάτω, στο σημείο που μάζευαν τα ξύλα για το χειμώνα. Ευτυχώς είχαν περισσέψει μερικά κούτσουρα, ότι πρέπει για να περάσει η κρύα βραδιά και να μαγειρέψει λίγη σούπα. Ντύθηκε και πάλι πολύ καλά και ξεκίνησε με προσοχή να κατεβαίνει τα σκαλιά. Έφτασε κάτω και με γρήγορες κινήσεις ξεκίνησε να φορτώνει ξύλα σε ένα καλάθι για να τα πάρει πάνω. Και ξαφνικά πάγωσε εντελώς! Άκουσε και πάλι εκείνη την κραυγή, αλλόκοτη και απόκοσμη και μάλιστα αυτή τη φορά ακούστηκε από πολύ κοντά.

   Ήταν σαν να βογκούσε ένας άνθρωπος βασανισμένος που το μαρτύριό του δεν είχε τελειωμό. Τρόμαξε τόσο πολύ που για λίγα δευτερόλεπτα σκέφτηκε να πετάξει κάτω το καλάθι και να ανέβει γρήγορα γρήγορα πάνω στην ασφάλεια του δωματίου του. Αλλά κούνησε και πάλι το κεφάλι του, έδιωξε τις κακές σκέψεις και με σβελτάδα άρχισε να βάζει και πάλι τα ξύλα στο καλάθι και ανέβηκε τα σκαλιά. Μπήκε μέσα στο δωμάτιο και ξεκίνησε τη διαδικασία για να ανάψει την ξυλόσομπα και για να αρχίσει να μαγειρεύει. Η φωτιά άναψε σχετικά εύκολα και το δωμάτιο πλημμυρίστηκε από ζεστασιά και από το γλυκό φως της σόμπας ενώ εκείνος ξεκίνησε να καθαρίζει τα λαχανικά του. Καρότο, πιπεριά, πατάτα και κολοκύθι είχε το μενού της ημέρας παρέα με λίγο καστανό ρύζι. Σχεδόν του έτρεχαν τα σάλια, θα έλεγε κανείς ότι έκανε αυτήν την δουλειά μόνο και μόνο για να τρώει αυτήν την εξαιρετική σούπα λαχανικών.

   Όσο ανακάτευε το φαγητό το βλέμμα του ταξίδευε στα παράθυρα του δωματίου, τα οποία είχαν θαμπώσει από τη διαφορά θερμοκρασίας. Ξαφνικά το μάτι του έπεσε σε κάτι που τον έκανε να χλομιάσει! Σε ένα από τα τζάμια άρχισε να σχηματίζεται μια πρόταση, λες και κάποιο αόρατο δάχτυλο έγραφε στο παράθυρο. «ΕΙΣΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ», ήταν το μήνυμα που σχηματίστηκε στο τζάμι. Ήταν αρκετό για να τον ταράξει τόσο ώστε να ξεχαστεί για ώρα και να κάψει το ρύζι εντελώς. Το νερό σώθηκε και το φαγητό άρπαξε φωτιά και μόνο τότε συνήλθε και πήρε την κατσαρόλα και την άδειασε έξω. Από την ταραχή του πέταξε όλη την κατσαρόλα και τώρα δεν θα μπορούσε να φάει τίποτα για το βράδυ. Αλλά αλήθεια που να βρει όρεξη να φάει; Έκανε γρήγορα τον γύρο του μπαλκονιού αλλά δεν βρήκε κανέναν. Ούτε πατημασιές από λάσπες ούτε τίποτα. Μπήκε και πάλι μέσα στο δωμάτιο και κλείδωσε την πόρτα ενώ πήγε και σκούπισε το… απειλητικό μήνυμα από το τζάμι. Τότε άκουσε και πάλι εκείνη την καταραμένη κραυγή και αυτή τη φορά ακουγόταν μέσα από το δωμάτιο! Λες και ήταν ακριβώς πίσω του! Κοκκάλωσε! Ένιωσε να τον λούζει κρύος ιδρώτας και με πολύ αργές κινήσεις γύρισε να κοιτάξει. Και πάλι τίποτα…

   Πέρασε κάμποση ώρα για να συνέλθει. Δεν ήταν δα και λίγη η τρομάρα που πήρε και όσο και να ‘ναι η μοναξιά ενισχύει τα «σκοτεινά» συναισθήματα. Κλειδαμπάρωσε καλά καλά την πόρτα, έριξε κι άλλο ένα κούτσουρο στη σόμπα για να διατηρήσει τη φλόγα δυνατή και πήρε μαζί του τη λάμπα στο κρεβάτι του παρατηρητηρίου. Ξάπλωσε ανήσυχος, η σκέψη του γύριζε στο περιστατικό με το τζάμι και την κραυγή. Αλλά λίγο η κούραση, λίγο η ταραχή τον είχαν εξαντλήσει τελείως και χωρίς να το καταλάβει έκλεισαν τα μάτια του. Πρέπει να κοιμήθηκε πολύ βαθιά γιατί δεν κατάλαβε ότι άνοιξε η πόρτα του δωματίου. Η φωτιά στη σόμπα έσβησε και η λάμπα άρχισε να τρεμοπαίζει. Μόνο το φως του φεγγαριού έμεινε για να τον βοηθήσει να δει. Ξύπνησε όπως ακριβώς είχε κοιμηθεί, ταραγμένος. Πετάχτηκε όρθιος και έμεινε κοκκαλωμένος να κοιτάζει την πόρτα. Ήταν σίγουρος ότι την είχε κλειδώσει και με τον σύρτη αλλά και με το λουκέτο αλλά βρήκε τον ένα διαλυμένο εντελώς και το δεύτερο πεταμένο στο πάτωμα. Προχώρησε τρομαγμένος και προσπάθησε να κλείσει την πόρτα αλλά με το που την έπιασε τράβηξε αμέσως πίσω το χέρι του γιατί κάηκε από το κρύο! Η πόρτα του παρατηρητηρίου ήταν παγωμένη λες και την έβγαλαν από τα κρύα νερά της λίμνης.

   Έβαλε τα γάντια του και την έκλεισε βάζοντας κόντρα από πίσω της μία καρέκλα, τουλάχιστον για να μην ανοίγει και το πρωί θα την έφτιαχνε. Κοίταξε και πάλι στα παράθυρα. Φρίκη! Σε ένα τζάμι ήταν γραμμένη η λέξη «ΕΡΧΟΜΑΙ» και σε ένα άλλο το όνομα του χαμένου φίλου του, «ΜΙΚΑΕΛΟ». Τρόμαξε τόσο πολύ που δάκρυσε και άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα. Πήγε στο κρεβάτι του και κουλουριάστηκε, όπως όταν ήταν μικρός και τον έβαζε τιμωρία η μάνα του. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς, παραδομένος στον φόβο του και παρακαλούσε τον ήλιο να κάνει επιτέλους την εμφάνισή του. Αν και άθεος ξεκίνησε να λέει με φωνή σπαρακτική το «Πάτερ ημών» και κάθε φορά που τελείωνε την προσευχή ξεκινούσε και πάλι από την αρχή. Ένιωσε σιγά σιγά να καταλαγιάζει ο φόβος του και έκανε τον σταυρό του τρεις φορές και σηκώθηκε και πάλι από το κρεβάτι. Πρώτα πήγε και έσβησε τα μηνύματα στα παράθυρα. Στη συνέχεια πήρε στα χέρια του τη λάμπα και αφού τη σταθεροποίησε προχώρησε προς την τηλεόραση. Ήθελε κάτι για να του κάνει παρέα, να πάρει λίγο κουράγιο. Είχε άλλωστε ρεύμα στο παρατηρητήριο από την παλιά γεννήτρια που ήταν δίπλα από τα σκαλιά. Άνοιξε την τηλεόραση αλλά δεν κατάφερε να πιάσει κάποιο κανάλι, έβλεπε παντού «χιόνια». Την έκλεισε και προσπάθησε να ανάψει την ξυλόσομπα και πάλι μόνο που αυτή τη φορά δεν είχε αναπτήρα! Τον είχε χάσει φαίνεται στην αναμπουμπούλα, κάπου πρέπει να του έπεσε.

   Έψαξε στον σάκο του για τα σπίρτα αλλά έλειπαν και αυτά. Αυτό όμως ήταν αδύνατον γιατί είχε πάρει μια ολόκληρη κούτα από δαύτα γιατί ήθελε να αφήσει να υπάρχουν, για μια ώρα ανάγκης, στο παρατηρητήριο. Μυστήρια πράγματα σήμερα, σκέφτηκε σκυθρωπός. Τη μία τα τζάμια, μετά η πόρτα και η σόμπα, οι κραυγές και τώρα ο αναπτήρας και τα σπίρτα. Τι διάβολο συμβαίνει εδώ πέρα; Πήγε να βάλει μπρος τον ασύρματο για να επικοινωνήσει με κανένα άλλο, κοντινό παρατηρητήριο και να ρωτήσει αν αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα με αυτόν. Γύρισε τον διακόπτη του ρεύματος και τα κουμπιά του μηχανήματος φωτίστηκαν. Άρχισε να ψάχνει τις συχνότητες για να βρει κάποιον να μιλήσει αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Έβαλε και τα ακουστικά για να ακούει με προσοχή και συνέχισε το ψάξιμο. Αλλά δεν άκουγε τίποτε άλλο εκτός από παράσιτα στον ήχο. Και ξαφνικά γούρλωσε τα μάτια του! Άκουσε κάτι που τον έκανε να ασπρίσει!

   Ήταν η φωνή του χαμένου Μικαέλο που ακουγόταν στον ασύρματο. Ζητούσε βοήθεια και φώναζε τα ονόματά των φίλων του. Ήταν τα ονόματα των παιδιών της φωτογραφίας, Ρίκο, Νικόλ και Φρανσουά. Ο Μικαέλο έκλαιγε και φαινόταν απελπισμένος από τον τόνο της φωνής του και σε κάποια στιγμή σταμάτησε και το  μόνο που έλεγε ήταν «Φρανσουά, Φρανσουά» και ξαφνικά άρχισε να ουρλιάζει! Ήταν το ίδιο ουρλιαχτό που είχε ακούσει ο ίδιος τρεις φορές σήμερα! Ανατρίχιασε! Πετάχτηκε από την καρέκλα και έβγαλε τα ακουστικά του. Άρχισε να τρέμει καθώς άκουσε την πόρτα να ανοίγει αργά και κάποιον να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Γύρισε και με την άκρη του ματιού του είδε έναν γεράκο, μάλλον της εκκλησίας, να κάθεται μπροστά από την πόρτα και να τον κοιτάζει με τα κατακόκκινα μάτια του, Ο γέρος άνοιξε το στόμα του και από μέσα του ακούστηκε μια παιδική φωνή να λέει: «Φρανσουά» ενώ την ίδια ώρα η πόρτα του παρατηρητηρίου έκλεισε απότομα.

(Το παραπάνω κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα ονόματα και οι τοποθεσίες της ιστορίας είναι τυχαία και δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα)              

         ΖΕΥΣ