Ήταν μια μέρα πολύ όμορφη, ο ουρανός ήταν καταγάλανος και ο ήλιος είχε κάνει την εμφάνισή του σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Ο Ραμόν σηκώθηκε από νωρίς για να προλάβει τη ζέστη και πηδώντας στη ράχη του αλόγου του άρχισε να καλπάζει προς τη δύση. Ήθελε να πάει ψηλά, στο μοναστήρι της Σάντα Λουκίας που ήταν κτισμένο στην κορυφή του «Μοντάνια Ρόχα», του Κόκκινου Βουνού, ένα σημείο που βρισκόταν περίπου δεκαπέντε χιλιόμετρα μακριά από την καλύβα του. Ο Ραμόν ήταν φτωχός μια ζωή και σήμερα πίστευε οτι ήρθε μέρα που η τύχη του θα άλλαζε μια για πάντα.

   Πριν από καμιά βδομάδα περίπου είχε πάει σε μια γιορτή στην Τιχουάνα. Φόρεσε το καθαρό, σκούρο πράσινο κοστούμι του, έβαλε και το επίσημο μαύρο καπέλο και καβάλησε τον στολισμένο με λουλούδια στα μαλλιά και την ουρά, Δον Παμπλίτο, όνομα που είχε δώσει στο άλογό του. Μετά από τρείς ώρες καλπασμού ο Ραμόν έφτασε στην πόλη και αμέσως θαμπώθηκε από τις εορταστικές ετοιμασίες και από τον κόσμο. Πρώτη φορά έβλεπε τόσους ανθρώπους μαζεμένους σε ένα μέρος, όλοι τους ντυμένοι με φανταχτερά ρούχα, ευδιάθετοι και γελαστοί. Εκείνος έμενε εντελώς απομονωμένος σε μια άθλια καλύβα στις ερημιές και μόνη του συντροφιά ήταν το άλογό του.

   Ο Ραμόν είχε ορφανέψει από πολύ μικρός αφού η χολέρα πήρε -μαζί με τόσους ακόμα- τόσο τον πατέρα όσο και τη μητέρα του, η οποία κόλλησε την αρρώστια φροντίζοντας τον άντρα της. Το μικρό παιδί το πήρε ένας μοναχός και το πήγε στο μοναστήρι της Σάντα Λουκίας για να το φροντίσει και να το μεγαλώσει. Έτσι ο Ραμόν έμαθε γράμματα και μαθηματικά, λατινικά και μουσική, αγαθά που ήταν άγνωστα στον μέσο άνθρωπο εκείνης της εποχής. Αλλά ο φτωχός μας φίλος ήταν έξυπνος και πονηρός, έκανε τον αμόρφωτο και τον χαζό ώστε κανείς να μην του δίνει σημασία. «Αν δε σε ξέρουν τότε δε μπορούν να σε βλάψουν», έλεγε στον Δον Παμπλίτο σε μία από τις χιλιάδες… συζητήσεις που έκαναν οι δυο τους.

   Πίσω στη γιορτή λοιπόν κι ενώ ο Ραμόν απολάμβανε μια καράφα γεμάτη μπύρα, καθισμένος σε μια γωνιά στην άκρη της κεντρικής πλατείας της Τιχουάνας, παρατήρησε δύο άντρες να κρυφομιλούν και να κρατάνε ένα κομμάτι χαρτί στα χέρια τους. Ξαφνικά τους είδε να κοιτάζουν ερευνητικά το πλήθος και μόλις σιγουρεύτηκαν ότι δεν τους έδινε κανένας σημασία τότε έφυγαν γοργά γοργά και μπήκαν σε έναν αχυρώνα. Η περιέργεια του Ραμόν κόντεψε να τον τρελάνει και έτσι χωρίς να χρονοτριβήσει πλησίασε τον αχυρώνα και μπήκε αθόρυβα μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα. Στο βάθος είδε ένα φως, ένα χέρι που κρατούσε μια δάδα και δυο κεφάλια να είναι σκυμμένα πάνω από ένα κομμάτι χαρτί που ήταν ακουμπισμένο σε μια στοίβα από άχυρα. Πλησίασε κρατώντας την ανάσα του και προσπάθησε να δει τι έγραφε το χαρτί αλλά ήταν αδύνατον γιατί το σκοτάδι ήταν πυκνό και το φως της δάδας εξυπηρετούσε μόνο εκείνον που την κρατούσε.

   Ξαφνικά η πόρτα του αχυρώνα άνοιξε διάπλατα και πίσω της εμφανίστηκαν τρεις στρατιώτες της τοπικής φρουράς. Οι δύο άντρες με το χαρτί πάγωσαν αλλά πρόλαβαν να κρύψουν το… λάφυρό τους μέσα στα άχυρα και γύρισαν να μιλήσουν με τους στρατιώτες. Μετά από λίγη ώρα συζήτησης όλοι οι άντρες έφυγαν από τον αχυρώνα και μάλιστα κλείνοντας την πόρτα της εισόδου, την κλείδωσαν από την έξω μεριά με μια χοντρή αλυσίδα και ένα σκουριασμένο, σιδερένιο λουκέτο. Ο Ραμόν χωρίς να το καταλάβει είχε εγκλωβιστεί μέσα στο ξένο κτίριο αλλά το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να δει τι διάολο έγραφε εκείνο το κομμάτι χαρτί που είχε θαφτεί στα άχυρα.

   Βγήκε από εκεί που ήταν κρυμμένος και πλησίασε το σημείο που είχαν κρύψει οι δύο άντρες το μυστηριώδες αντικείμενο. Αφού ψαχούλεψε στα σκοτεινά μέσα στα άχυρα, ξαφνικά το βρήκε και το έπιασε στα χέρια του. Το ξεδίπλωσε και προσπάθησε να διαβάσει τι έγραφε αλλά του ήταν αδύνατο μέσα στο σκοτάδι. Πήγε προς την είσοδο του κτιρίου, κούνησε την πόρτα αλλά… τζίφος! Ήταν τόσο καλά κλειδωμένη που δεν κατάφερε να την κουνήσει ούτε χιλιοστό! Χωρίς να απελπιστεί πήγε προς την πίσω μεριά του αχυρώνα και έψαξε σανίδα σανίδα τον τοίχο μέχρι να βρει κάποιο ελάττωμα. Για καλή του τύχη ένα κομμάτι στη γωνία ήταν εντελώς σάπιο από το σαράκι που κατέτρωγε το ξύλο και με λίγες δυνατές κλωτσιές κατέρρευσε και δημιούργησε την έξοδο που τόσο ήθελε ο Ραμόν.   

   Ο νεαρός Μεξικάνος πήδηξε στη ράχη του Δον Παμπλίτο και με το χαρτί κρυμμένο καλά στο καπέλο του, κάλπασε με όλη του τη δύναμη για την καλύβα. Αλλά επειδή ήταν πολύ περίεργος άνθρωπος και δεν μπορούσε να κρατηθεί, σταμάτησε σε ένα ξέφωτο δίπλα από ένα ρυάκι και κάθισε να διαβάσει κάτω από το φως του φεγγαριού το μυστήριο γράμμα. Ήταν γραμμένο στα αρχαία λατινικά, μια γλώσσα που ο Ραμόν είχε διδαχτεί στο μοναστήρι όταν ήταν μικρός αλλά δεν τη θυμόταν και πολύ καλά. Το μόνο που μπόρεσε να ξεχωρίσει από αυτά που διάβαζε ήταν το «ΠΡΟΣΟΧΗ» και στο τέλος η λέξη «ΘΑΝΑΤΟΣ». Ανατρίχιασε αλλά συγχρόνως ενθουσιάστηκε γιατί είδε γραμμένα στο χαρτί και κάτι νούμερα δίπλα από ένα γνωστό του σύμβολο, αυτό του δολαρίου. «Πω, πω… Πολλά λεφτά!! Είμαι πλούσιος!!», φώναξε με την ψυχή του ο Ραμόν και άρχισε να χοροπηδάει σα μικρό παιδί.

   Γύρισε το γράμμα από την ανάποδη και είδε ζωγραφισμένες κάτι εικόνες πάνω στο χαρτί. Από αυτές αναγνώρισε μόνο το μοναστήρι της Σάντα Λουκίας, το μέρος που είχε μεγαλώσει όταν ορφάνεψε. Παρατήρησε λοιπόν ένα κόκκινο «Χ», κλασσικό σημάδι που βλέπει κανείς όταν παρατηρεί έναν χάρτη θησαυρού. Αυτό ήταν! Τα μάτια του Ραμόν έλαμψαν από ικανοποίηση! «Βρήκα θησαυρό!! Τα κατάφερα!! Είμαστε πλούσιοι Δον Παμπλίτο!!» έσκουξε στο άλογό του ο νεαρός Μεξικάνος και άρχισε να χορεύει μονάχος του, μέχρι που μπουρδουκλώθηκε και έπεσε μέσα στο ρυάκι! Γέλασε με την ψυχή του αλλά προς στιγμήν πάγωσε γιατί μαζί με τον ίδιο μουσκεύτηκε και ο χάρτης του θησαυρού. Τον έπιασε απαλά με τα δυο του χέρια και τον άπλωσε με προσοχή σε μια μεγάλη πέτρα για να στεγνώσει. Έδεσε το άλογο σε ένα δέντρο και έκατσε λίγο πιο δίπλα και περίμενε να περάσει λίγο η ώρα για να μπορέσει να πάρει τον χάρτη και να φύγει.

   Πρέπει να τον χτυπούσε για κάμποση ώρα το φως του ήλιου γιατί όταν ξύπνησε ήταν πατούρα στον ιδρώτα. «Ο θησαυρός!» φώναξε ταραγμένος ο Ραμόν αλλά για καλή του τύχη φαίνεται ότι κανένας δεν είχε περάσει από εκείνο το ρυάκι γιατί ο χάρτης ήταν ακόμα απλωμένος και στεγνός πάνω στην πέτρα. Τον πήρε στα χέρια του και τον κοίταξε καλά για να δει αν είχε σβηστεί το σημείο με το «Χ» και ευτυχώς για τον Ραμόν όλα ήταν στη θέση τους. Μόνο κάποιες φράσεις από τη μπροστινή μεριά του χαρτιού είχαν χαθεί από το νερό, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να τις διαβάσει και δεν τον ενδιέφεραν. «Πάμε φίλε μου! Ας γυρίσουμε στο σπίτι μας», είπε στον Δον Παμπλίτο και με ένα σάλτο βρέθηκε στη ράχη του και ξεκίνησαν για την καλύβα. Λίγο πριν νυχτώσει ο Ραμόν έφτασε τελικά στο σπίτι του και αφού ξεπέζεψε το άλογό του, του έβαλε νερό και φαγητό ενώ ο ίδιος έπεσε γρήγορα για ύπνο ανυπομονώντας για το επόμενο ξημέρωμα. «Αύριο τέτοια ώρα θα είμαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος στην Τιχουάνα», μονολογούσε ο νεαρός Μεξικάνος μέχρι που αποκοιμήθηκε.      

   Το πρωί ήρθε γρήγορα και ο Ραμόν δεν έχασε καθόλου χρόνο. Ετοιμάστηκε και ξεκίνησε με τον Δον Παμπλίτο για το μοναστήρι της Σάντα Λουκίας. Έφτασε στους πρόποδες του Μοντάνια Ρόχα και από εκεί πήρε το τον ανηφορικό δρόμο προς την κορυφή του βουνού. Όσο ανέβαινε ψηλότερα ο νεαρός Μεξικάνος τόσο πιο όμορφη ήταν η θέα που απολάμβανε. Έβλεπε την καλύβα του να ξεχωρίζει στην άκρη του δάσους, λίγο πιο πέρα το ρυάκι που έκανε στάση το προηγούμενο βράδυ και στο βάθος ήταν η πανέμορφη πόλη της Τιχουάνας. Πόσο τυχερός στάθηκε άραγε; Αν και βρισκόταν σπάνια στην πόλη, ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτή τη φορά κατάφερε να βρει ένα χάρτη θησαυρού κι αν ήταν λίγο τυχερός σε μερικές ώρες θα γινόταν ο πλουσιότερος στην περιοχή. Τα μάτια του Ραμόν έλαμπαν από χαρά και ανυπομονησία: «Έρχομαι θησαυρέ! Περίμενέ με κι έρχομαι!», φώναζε σαν τρελός καλπάζοντας με το άλογό προς το μοναστήρι. Λίγο πριν φτάσει στην κορυφή του βουνού, στην τελευταία στροφή πριν το κτίριο, του φάνηκε πως άκουσε κραυγές από μακριά! Σταμάτησε απότομα και προσπάθησε να ακούσει καλύτερα αλλά… τίποτα! Δεν άκουσε τίποτα απολύτως.

   Φτάνοντας στο μοναστήρι βρήκε την κεντρική πόρτα ορθάνοιχτη αν και αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο αφού οι μοναχοί πάντοτε ήταν ετοιμοπόλεμοι να βοηθήσουν όποιον ζητούσε βοήθεια. Όπως ακριβώς είχε συμβεί και στην περίπτωση του Ραμόν, ο οποίος αυτή τη φορά γύρισε στο «καταφύγιό» του για να βρει αυτό που θα του αλλάξει τη ζωή. Ο Μεξικάνος μπήκε στο κτίριο και προχώρησε προς το ιερό. Πήγε να χαιρετήσει τον πάτερ Φερνάντο, τον άνθρωπο στον οποίο χρωστούσε όλη του τη ζωή. Ήθελε να του εκμυστηρευτεί αυτό που πήγε να κάνει στη μονή και να του ανακοινώσει ότι θα διέθετε το μισό θησαυρό για να συντηρηθεί και να επισκευαστεί το μοναστήρι. Ένιωθε ότι το χρωστούσε και στον πάτερ αλλά και στην ίδια τη Σάντα Λουκία για το καλό που του έκανε όταν ο ίδιος είχε ανάγκη. Ξαφνικά και ενώ ο Ραμόν έψαχνε τον μοναχό ακούστηκε πάλι μια κραυγή, αυτή τη φορά από την πίσω μεριά του κτιρίου. Βγήκε γρήγορα έξω και προχώρησε προς το σημείο που ήρθε ο έντονος ήχος αλλά δεν βρήκε κανέναν. Από περιέργεια πήγε μέχρι την άκρη του γκρεμού, πίσω από το μοναστήρι, αλλά κοιτώντας κάτω το μόνο που μπορούσε να δει ήταν η αρχή του ανηφορικού δρόμου που ο ίδιος είχε ανέβει με τον Δον Παμπλίτο νωρίτερα.

   Ανήσυχος ο Ραμόν αφού δεν είχε βρει κανένα μοναχό μέχρι εκείνη την ώρα, ξαναγύρισε μέσα στο μοναστήρι και έψαξε να δει τι είχε συμβεί. Πήγε στα κελιά των μοναχών, τα κοίταξε ένα προς ένα και δεν βρήκε τίποτα παράξενο. Όλα τα κρεβάτια ήταν στρωμένα λες και δεν κοιμόταν κανείς εκεί πέρα εδώ και πολύ καιρό. Βγήκε και πάλι έξω και έξυνε το κεφάλι του σκεπτόμενος να δει τι θα κάνει. Ο χάρτης! «Αφού είμαι που είμαι εδώ πέρα ας ψάξω επιτέλους για τον θησαυρό» είπε από μέσα του ο Ραμόν και έκατσε σε μια καρέκλα δίπλα από το παράθυρο, μέσα στο μικρό εκκλησάκι και ξετύλιξε τον χάρτη. Η Σάντα Λουκία στη μια γωνιά και ανάμεσα στο μοναστήρι και στον γκρεμό υπήρχε το σημάδι με το «Χ» που -μάλλον- μαρτυρούσε την τοποθεσία του θησαυρού. Ξαναβγήκε έξω και πήγε και πάλι στην πίσω μεριά, έψαξε όλον τον χώρο, από τον τοίχο της μονής μέχρι τον γκρεμό και πάλι πίσω. Τζίφος! «Μα το γράφει ξεκάθαρα! Εδώ πρέπει να είναι!» φώναξε θυμωμένος ο νεαρός Μεξικάνος. Ξανακοίταξε τις εικόνες και παρατήρησε το εξής. Το «Χ» ήταν ζωγραφισμένο λίγο πιο χαμηλά από την μονή και τον γκρεμό. Σαν να ήταν… σαν να ήταν κάτω από το μοναστήρι! «Μα πως; Αφού κάτω είναι ο… γκρεμός! Εκτός κι αν…» και πριν ολοκληρώσει την σκέψη του ο Ραμόν άρχισε να τρέχει προς το εκκλησάκι πάλι! Μπήκε μέσα στο ιερό και πήγε σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Στο σφραγισμένο πηγάδι της Σάντα Λουκίας.          

   «Εδώ πρέπει να ‘ναι, δεν υπάρχει άλλη μεριά!», έλεγε και ξανάλεγε εκστασιασμένος ο Ραμόν και προσπαθούσε να ξεκαρφώσει το ξύλινο καπάκι που είχαν χρησιμοποιήσει κάποτε οι μοναχοί για να σφραγίσουν το άδειο πηγάδι. Βρήκε και ένα φτυάρι στο αποθηκάκι του μοναστηριού και το έβαλε σαν λοστό για να σπάσει το καπάκι και μετά από πολύ κόπο τα κατάφερε! Με το που ξεσφράγισε το πηγάδι ο Ραμόν άκουσε πάλι μια κραυγή, αυτή τη φορά όμως ο ήχος ήρθε από κάτω! Μέσα από την τρύπα που είχαν κλείσει οι μοναχοί και μαζί με τον θόρυβο ήρθε και μια μπόχα, σαν να είχαν σαπίσει κρέατα ή σαν είχε πεθάνει κάποιος ή κάτι για πολύ καιρό. Ο Μεξικάνος έκανε ένα βήμα πίσω, αηδιασμένος από τη μυρωδιά αλλά ήταν αποφασισμένος να κατέβει εκεί κάτω και θα το έκανε σύντομα. Αλλά πρώτα θα έπρεπε να βρει κάτι για να κατέβει και φυσικά ένα φως για να βλέπει εκεί χάμω. Ξαναγύρισε στο αποθηκάκι και βρήκε κάμποσο σκοινί κρεμασμένο πίσω από την πόρτα ενώ βρήκε ένα κομμάτι ξύλο, έδεσε λίγο ύφασμα γύρω από αυτό και το βούτηξε στο λάδι. Το άναψε και πέταξε τη δάδα μέσα στο πηγάδι, όπου την παρατήρησε να πέφτει για λίγο και να σταματά σε πέτρινο έδαφος. «Δεν είναι πολύ ψηλά», σκέφτηκε και έδεσε τη μία άκρη του σκοινιού γύρω από το μεγάλο άγαλμα της Σάντα Λουκίας και το υπόλοιπο το πέταξε στο πηγάδι. Έσκισε τη μπλούζα του και την έδεσε γύρω από το στόμα και τη μύτη του για να αντέξει την μπόχα και κατέβηκε κάτω.

   Με το που πάτησε το πόδι του στο έδαφος, ανατρίχιασε τόσο από την υγρασία και το κρύο όσο και από ένα περίεργο συναίσθημα. Κούνησε το κεφάλι του διώχνοντας τις «μαύρες» σκέψεις από το μυαλό του και πιάνοντας τη δάδα στο χέρι του προχώρησε στο μακρύ, πέτρινο διάδρομο που βρήκε στο πηγάδι. Φτάνοντας στο τέλος του δρόμου βρήκε μια πόρτα κλειστή, μια πόρτα σαπισμένη που από μέσα της ερχόταν ακόμα πιο έντονη η μπόχα. Ο Ραμόν την κλώτσησε και τη διέλυσε τελείως και μπαίνοντας μέσα στο δωμάτιο, δεν άντεξε και έβγαλε σε μια γωνιά τα σωθικά του από την αβάσταχτη μυρωδιά. Αφού συνήλθε λιγάκι φώτισε καλύτερα το χώρο με τη δάδα του. Πάγωσε εντελώς! Στη μέση του δωματίου υπήρχε μια στοίβα από πτώματα, νεκροί μοναχοί που είχαν σφαγιαστεί και τοποθετηθεί ο ένας πάνω στον άλλο. Ο Ραμόν έβγαλε ασυναίσθητα μια κραυγή φόβου αλλά γρήγορα ο αντίλαλός της τον έκανε να σωπάσει τελείως. Παρατήρησε ότι έλειπαν τα χέρια από κάθε νεκρό μοναχό και οτι από κάτω από αυτή τη μακάβρια στοίβα, λίγο πιο δίπλα από τα σάπια πτώματα, υπήρχε ένα νόμισμα του ενός δολαρίου. «Ωραίος θησαυρός» σκέφτηκε απογοητευμένος ο Ραμόν και φοβισμένος όπως ήταν από το φρικτό θέαμα αποφάσισε να φύγει γρήγορα γρήγορα από εκεί πέρα.

   Έφτασε κάτω από το πηγάδι και προς μεγάλη του έκπληξη είδε ότι το σκοινί είχε εξαφανιστεί! Κάποιος πρέπει να το τράβηξε πάνω γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να βρισκόταν πεσμένο στα πόδια του. Έμεινε τρομαγμένος και απελπισμένος να κοιτάζει πίσω του στο βάθος του διαδρόμου. Ένιωθε ότι κάτι κακό, κάτι ανίερο βρισκόταν εκεί κάτω μαζί του και ήθελε να φύγει από εκεί μέσα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ξαφνικά το φως που τον έλουζε από ψηλά, από το άνοιγμα του πηγαδιού, κρύφτηκε από κάτι και ο Ραμόν κοίταξε ψηλά και… χλόμιασε!. Είδε τον πάτερ Φερνάντο με περίεργη όψη, έχοντας ένα σατανικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, να τον κοιτάζει και να μιλάει μόνος του στα λατινικά: «Προσοχή εσείς οι αδαείς που θα παρακούσετε την προειδοποίηση. Όποιος βρει τον καταραμένο θησαυρό τον περιμένει μόνο ο θάνατος». Γούρλωσε τα μάτια του! Τα λόγια που ήταν γραμμένα στο χάρτη που είχε βρει στην Τιχουάνα! Ο Ραμόν είχε αναγνωρίσει μόνο δύο λέξεις αλλά τώρα που το άκουγε από τον πάτερ Φερνάντο όλα έγιναν ξεκάθαρα!

   Το χαρτί έγραφε για κάποιου είδους δοκιμασία, κάτι σαν τις αρχαίες κατάρες των Φαραώ όπως διάβαζε ο Ραμόν στα μαθήματά του. Ήταν μια πρόκληση που έπρεπε να αντισταθεί αλλά ο ίδιος έπεσε σε… παγίδα αφού δεν ήξερε τι ήταν αυτή η προειδοποίηση. Είχε θαμπωθεί από το μέγεθος του θησαυρού και το μόνο που σκεφτόταν από τη στιγμή που πήρε το ρημαδόχαρτο στα χέρια του, ήταν να πάει μέχρι το μοναστήρι της Σάντα Λουκίας και να γίνει πλούσιος! Τώρα όμως κατάλαβε το τίμημα που θα πλήρωνε και τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ξαφνικά ο δαιμονισμένος μοναχός άρχισε να σέρνει κάτι, σταμάτησε, σήκωσε αυτό που έσερνε και το έβαλε σαν καπάκι πάνω στο πηγάδι για να το κλείσει. Το μόνο που πρόλαβε να δει ο Ραμόν ήταν η σέλα που είχε ζέψει στον Δον Παμπλίτο, το σώμα του οποίου ήταν αυτό που έσερνε ο καταραμένος πάτερ Φερνάντο. Ο νεαρός Μεξικάνος κάθισε στο πάτωμα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς για το χαμό του πιστού του τετράποδου. Ένα παγωμένο χέρι εμφανίστηκε στα σκοτάδια και πλησίασε τον Ραμόν. Τον έπιασε από τον ώμο και εκείνος κοίταξε ασυναίσθητα να δει ποιος είναι. Αυτό που πρόλαβε να δει ήταν τα μυτερά δόντια του μοναχού που χίμηξε κατά πάνω του βγάζοντας έναν τρομακτικό βρυχηθμό και ύστερα, τίποτα. Σκοτάδι και γαλήνη.

{Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα ονόματα και οι τοποθεσίες είναι τυχαία και δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα)   

ΖΕΥΣ