Στη συνέχεια του πολύ πετυχημένου (!) “Γιατί ρε φίλε” και ενός άρθρου που έγραψα πρόσφατα στο προσωπικό μου blog, θέλω να ταρακουνήσω όσους σχολιάζουν τόσο εύκολα τους άλλους στο διαδίκτυο και να γράψω τι είναι αυτό που “με θυμώνει“.

Με θυμώνει που κάθεσαι μπροστά στον υπολογιστή ή στο κινητό και σχολιάζεις χωρίς δεύτερη σκέψη.

Με θυμώνει που γράφεις ό,τι σου κατέβει, χωρίς να το πολυσκέφτεσαι.

Με θυμώνει που δε σε νοιάζει πώς θα νιώσει ο άλλος που θα το διαβάσει.

Με θυμώνει που, επειδή δεν έτυχε σε κάποιον δικό σου, θα κρίνεις τόσο αυστηρά π.χ. μια γυναίκα που καταγγέλλει κακοποίηση.

Με θυμώνει που για κάποιο κακό που τυχαίνει στον απέναντι, εκείνος φταίει, αλλά όταν συμβαίνει σε σένα, φταίει πάλι ο απέναντι. Εσύ δε φταις ποτέ!

Με θυμώνει που ακόμα κι αν δε γνωρίζεις κάποιον, εσύ που σχολιάζεις και του “τα χώνεις”, ξέρεις καλύτερα τι έπρεπε να έχει κάνει.

Με θυμώνει που, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ξέρεις καλύτερα τι είναι σωστό και τι όχι, θα του απαντήσεις με κακία και θυμό.

Με θυμώνει που αν ο άλλος πέσει θύμα απάτης ή κακοποίησης ή αρρωστήσει από κορωνοϊό, εσύ θα στέκεσαι στη γωνία για να τον κάνεις να νιώσει χειρότερα. Σε εσένα αναφέρομαι που θα τον κατηγορήσεις και θα του πεις “ας πρόσεχες”.

Με θυμώνει και μόνο η χρήση της φράσης “ας πρόσεχες”. Ε, μπορεί και να μην πρόσεχα, λοιπόν. Οπότε τι θα γίνει; Καλά να πάθω; Να πεθάνω για να σου αποδείξω πχ ότι δεν πρόσεχα στην περίοδο της καραντίνας; Το θέμα σου είναι να έχεις δίκιο με οποιοδήποτε κόστος;

Με θυμώνει που η πρώτη αντίδραση που σου έρχεται είναι να νευριάσεις και όχι να μιλήσεις όμορφα.

Με θυμώνει που σε νοιάζει περισσότερο να νιώσω άσχημα που πχ. δε χειρίστηκα σωστά το ATM και χάλασε ή που χάλασα το ρούτερ για το ίντερνετ, παρά να λυθεί το πρόβλημα που προέκυψε.

Με θυμώνει που αναγκάζομαι να γράψω αυτό το άρθρο.

Με θυμώνει που όσο και να μη θέλω να επηρεάζομαι, επηρεάζομαι από το τι λένε οι άλλοι για μένα.
Με θυμώνει, ενώ δε θέλω να θυμώνω.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προτιμούν να μείνουν θυμωμένοι, εχθρικοί και τοξικοί, ανεξάρτητα από το τι λέμε. Ακριβώς όπως επιλέγουμε προσεκτικά τους φίλους και την κοινότητά μας στον πραγματικό κόσμο, ας μην αλληλεπιδρούμε με τέτοιου είδους άτομα στο διαδίκτυο. Αλλά κυρίως να μην είμαστε εμείς αυτού του είδους τα άτομα.

Όση προσπάθεια και να κάνουμε να ανταποκριθούμε με θετικό τρόπο, από αυτούς εξαρτάται τελικά να βρουν το δρόμο τους.

Εμείς συνεχίζουμε να γράφουμε. Και όταν θυμώνουμε, να βρίσκουμε τη δύναμη να συνεχίσουμε και να το λύνουμε χωρίς να γινόμαστε τοξικοί. Να μην έχουμε προτεραιότητα να “βγούμε από πάνω”, να φανεί ότι έχουμε δίκιο. Δεν είναι αυτό το ουσιαστικό.

Παλεύουμε και προχωράμε συλλογικά και κάτι καλό μπορεί να βγει από όλο αυτό που θέλουμε να χτίσουμε για το μέλλον. 

Βασιλική Ζ. Νικολογιάννη