Μερικές φορές εμείς οι… παρατηρητικοί τύποι όταν είμαστε στο δρόμο και πάντα ως συνοδηγοί, έχουμε την τάση να χαζεύουμε το ταξίδι και στο τέλος να θυμόμαστε όλα αυτά που μας έκαναν εντύπωση. Ακόμα κι αν κάνεις την ίδια διαδρομή εδώ και τριανταένα χρόνια περίπου, είναι βέβαιο οτι κάθε μέρα όλο και κάτι αξιομνημόνευτο θα δεις. “Άξιο” για τα μάτια μου, “σιγά το πράμα” για τα δικά σου, μικρή σημασία έχει. Αυτό που μας νοιάζει είναι να γράψουμε το κείμενο της Τετάρτης(19/05) και να βγάλουμε ένα κάποιο συμπέρασμα στο τέλος του.

Το κυριακάτικο ταξιδάκι μας -εμένα και της Σωτηρίας δηλαδή- ξεκίνησε λίγο μετά τις τέσσερις και κάτι. Άλλωστε το κορίτσι δούλευε το πρωί και σχόλασε κατά τις τρεισήμισι. Θα πηγαίναμε μέσα στο Αιτωλικό να πάρουμε καφεδάκια και θα τραβάγαμε πορεία για Λούρο. Για “πρωινό” τσίμπησα μερικά κομματάκια (μικρότερα κι από πτι – μπερ), χτεσινής παριζοκασερόπιτας σε σφολιάτα -που τη λένε ζαμπονοτυρόπιτα κι ας έχει άλλα υλικά- και ομολογουμένως ήταν εξαιρετική και όσο πρέπει χορταστική.

Νερά ξεχάσαμε να πάρουμε αν και υπήρχε ένα για να καθαρίσουμε τα τζάμια του αυτοκίνητου. Αυτό συνέβη γιατί το σύστημα που πέταγε νερό στο παρμπρίζ μας άφησε χρόνους και έτσι η Σωτηρία έχει ένα-δυο μπουκαλάκια νερό στο αμάξι για σιγουριά. Ειδικά εκεί που πηγαίναμε από ένα σημείο και μετά υπάρχει μόνο άμμος, άμμος, άμμος… Μέσα στο Αιτωλικό, πλατεία Ταξιαρχών και παραλία, δεν υπήρχε… Χριστός! Όταν λέμε ερημιά μιλάμε για Σαχάρα και πάνω… Πραγματικά πολύ άσχημη, απογοητευτική και οριακά τρομακτική η κατάσταση που επικρατεί στο νησί μας εδώ και 15 μέρες -και συνεχίζουμε-…

Εδώ παρένθεση (Δεν έφτανε η ανευθυνότητα όλων μας το προηγούμενο διάστημα, είχαμε και τη δυσφήμιση του τόπου από τον Χαρδαλιά και τον ίδιο τον Λύρο. “Προσέξτε εκεί στο Αιτωλικό και στο Αγρίνιο“, έλεγε ο ένας στα κανάλια, “προσέξτε εκεί στο Αιτωλικό και το Μεσολόγγι“, έλεγε ο άλλος στα ντόπια ΜΜΕ. Και μετά από τρεις μέρες “άνοιξε” η εστίαση και άρχισε το σκαρφάλωμα των κρουσμάτων στην ευρύτερη περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας. Κι ενώ όλοι φωνάζουν “κλείστε μας μωρέ για μια βδομάδα“, βλέπουμε τα ασθενοφόρα να πηγαινοέρχονται μέσα και έξω από το Αιτωλικό και γνωστούς μας να μεταφέρονται σε Πάτρα και Γιάννενα.) Κλείνει η παρένθεση.

Περνάμε τη δυτική γέφυρα, προχωράμε και μετά τον Άη – Θανάση, δεν συναντήσαμε τίποτα στο δρόμο ούτε στο αντίθετο ρεύμα. Συνεχίζουμε και φτάνουμε λίγο έξω από το Νιοχώρι και πήγαμε από τον περιφερειακό, θέλαμε να πάρουμε μια “τζούρα” από το ποτάμι. Και λίγο πριν το γήπεδο συναντήσαμε τους πρώτους ανθρώπους εκείνης της μέρας οι οποίοι βόλταραν δίπλα από το ποτάμι όπως ακριβώς κάναμε εμείς το προηγούμενο διάστημα στην περιμετρική και το λιμανάκι. Όχι τώρα που… χαλάρωσαν τα μέτρα αλλά πριν που ήταν -και καλά- πιο αυστηρά.

Με τα πολλά φτάνουμε στην πρώτη ευθεία που καταλήγει στη στροφή που αριστερά είναι τα γελάδια μαντρωμένα και μοσχοβολάει ο τόπος και δεξιά συνεχίζεται ο δρόμος με τον αύλακα στο πλάι. Και εκεί συναντήσαμε τα πρώτα προβλήματα στην άσφαλτο. Μπαλώματα σε τρύπες που έχουν ξαναχαλάσει, αλλού κάτι τρύπες τόσο βαθιές που δεν τους το ‘χες, πιο μπροστά “καλύτερα” μπαλώματα από τα προηγούμενα. Όχι οτι μας χάλασε η ψυχολογία ή τίποτα τέτοιο αλλά ρε φίλε όπως και να το κάνουμε είναι ένας δρόμος που περνάει κόσμος και κοσμάκης. Ήμαρτον δηλαδή!

Στρίβουμε αριστερά στην πρώτη μεγάαααλη ευθεία και απολαμβάνουμε τη διαδρομή με τον ήλιο να μας συντροφεύει από την αρχή του μικρού μας ταξιδιού. Σύμβουλος καλής ψυχολογίας ο φωτεινός μας αστέρας, αυτό μην το ξεχνάτε ποτέ, όσο όλα είναι φωτεινά και ζεστά έτσι θα ‘ναι οι καρδιές και τα χαμόγελα. Κάποια στιγμή κόβουμε ταχύτητα γιατί είχαν κλείσει το δρόμο κάμποσα πρόβατα αν και ο ιδιοκτήτης τους με μαεστρία τα κατεύθυνε προς την άκρη του δρόμου και εκείνα συνέχισαν να μασάνε το χορτάρι τους κοιτάζοντάς μας με χαρακτηριστική απάθεια. Πίσω από τα ζωντανά ήταν ένας σκύλος σκέτος ρέμπελος, βαριόταν να περπατήσει και φαινόταν οτι το τρίχωμά του ήταν υπερβολικό για την εποχή.

Φτάσαμε στο τέλος της ευθείας και συνεχίσαμε δεξιά στην επόμενη που καταλήγει στο αντλιοστάσιο και τις στροφές γύρω από αυτό. Η ανυπαρξία άλλου οχήματος στο δρόμο συνεχίστηκε (τρία-τέσσερα που συναντήσαμε από την αρχική ευθεία πίσω στο Νιοχώρι δεν πιάνονται για “κίνηση“) και σε αυτό το κομμάτι του ταξιδιού μας. Στις στροφές περίμεναν οι αγελάδες με τα μικρά τους, πότε κοιτάζοντας το δρόμο και πότε το χορτάρι που βοσκούσαν. Περάσαμε και το γεφυράκι και μετά την αριστερή στροφή μπήκαμε στην τελική ευθεία για το Λούρο.

Άσχετη παρένθεση(Πάω να ανοίξω το μαγαζί το απόγευμα και μου λέει ο άλλος “Δία, έχεις ένα τσιγάρο;” και του απαντάω “Όχι δεν έχω αδερφέ” για να τον αποφύγω. Μετά από ένα λεπτό τον βλέπω να βγάζει από την τσέπη του ένα τσιγάρο και να το ανάβει. Ρε π**στη μου, δηλαδή και ζήτουλας και ψευτάκος ταυτόχρονα;) Κλείνει η άσχετη παρένθεση.

Δεν στρίψαμε πουθενά και καταλήξαμε να παρκάρουμε δίπλα από τα πρώτα μαγαζιά που βρίσκονται αριστερά και δεξιά του δρόμου. Το θέαμα θλιβερό! Τα καταστήματα ήταν λες και πέρασε τυφώνας και τα διέλυσε αφήνοντας πίσω κάτι ξεσκισμένες τέντες και μερικά σαπιόξυλα να θυμίζουν οτι εκεί πρέπει να ήταν κάποτε ένα μπιτσόμπαρο. Όχι οτι θα καθόμασταν πουθενά αλλά κουβέντα να γίνεται. Πήραμε την πετσέτα μας και πήγαμε σε μια απλωσά(ντοπιολαλιά) στην παραλία. Στρώσαμε και αράξαμε εκεί για κανένα δίωρο, ήπιαμε τον καφέ μας και κουβεντιάσαμε παρέα με τον “φιλικό” ήλιο που είχε κρυφτεί μέσα στο “μας ψεκάζουνε” σύννεφο και ήταν θαμπός.

Στο βάθος της παραλίας να’ σου και ένα γουρούνι να σουλατσάρει και να μας υπενθυμίζει οτι ο Λούρος ακόμα δεν είναι έτοιμος να υποδεχτεί κόσμο, τουλάχιστον τα μαγαζιά γιατί η παραλία μια χαρά ήταν. Ούτε φύκια ούτε τίποτε περίεργα, μόνο τα νερά ήταν θολωμένα επειδή είχε αεράκι. Αφού τελείωσε η κουβέντα, σηκωθήκαμε από τη θέση μας και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Φτάνοντας και πάλι στο αντλιοστάσιο απολαύσαμε το υπέροχο θέαμα με τα μοσχαράκια που θήλαζαν από τις μανάδες τους. Όλη η αθωότητα σε μια στιγμή, μια ανατριχιαστικά απλή και όμορφη εικόνα.

Κάποια στιγμή που ξανασυναντήσαμε τις λακκούβες και τα μπαλώματα, αναρωτηθήκαμε με τη Σωτηρία για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό το πράγμα. Πως γίνεται ο δρόμος για τη μεγαλύτερη -αμμουδερή- παραλία της Ελλάδας, ο οποίος το καλοκαίρι ειδικά “περπατιέται” από όλο το νομό Αιτωλοακαρνανίας, να είναι σαν την πολιτική της ίδιας της χώρας; Δηλαδή σκ@τ@ και απόσκ@τ@! Και είπαμε χαριτολογώντας οτι ακόμα και προεκλογικά να τον φρόντιζαν το δρόμο και να του έστρωναν οτι είναι να του στρώσουν για να γίνει και πάλι ΔΡΟΜΟΣ, θα ήταν πάντοτε μια χαρά και ασφαλής για οδήγηση.

Φτάσαμε στο σπίτι, παρκάραμε και ξεκινήσαμε το μαγείρεμα (η Σωτηρία δηλαδή), παρέα με λίγη διαβολοτηλεόραση. Η μέρα μας ήταν γεμάτη (και γ@μάτη) και η εικόνα της θάλασσας μας ηρέμησε και μας χαλάρωσε. Μας έκανε να νιώσουμε οτι είμαστε διακοπές, αυτή η μαγική δυναμική της θάλασσας που κάθε φορά μας γαληνεύει και στην ουσία μας θυμίζει το πόσο οικείο είναι το νερό, πόσο “εμείς” είμαστε αυτό και το αντίθετο. Άλλωστε το λέει και η βιολογία, το μεγαλύτερο μέρος του μέσα μας είναι νεράκι…

Και σαν τελειώσαμε το κείμενο και φτάσαμε στον επίλογο, αλήθεια, τι συμπέρασμα βγάλαμε από την παραπάνω διήγηση; Ίσως και τίποτα, ίσως ο καθένας που το διάβασε να έβγαλε το δικό του, ίσως τελικά να μην υπάρχει κάποιο συμπέρασμα. Το δικό μου το μυαλό λέγει τούτο: Όλα τριγύρω αλλάζουνε για μας, χωρίς εμάς ούτε για εμάς. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε οι δρόμοι και τα χωριά έχουν ερημώσει. Στον Λούρο δεν συναντήσαμε πάνω από δέκα άτομα. 17χλμ παραλία, στα μέσα του Μάη και ήταν πιο άδεια από ποτέ.

Εν τέλει: Που πορευόμεθα ωρέ;

Μιχάλης Βελτσίστας