κείμενο μερικής φιλοσοφικής προελεύσεως

Είναι ωραίο να μιλάς και να σε ακούνε οι άλλοι χωρίς να σε διακόψουν. Είναι ακόμα καλύτερο να λες αυτό που έχεις να πεις και το… κοινό σου να σε καταλαβαίνει. Όχι απαραίτητα να ασπάζεται αυτό το οποίο εξηγείς αλλά να αντιλαμβάνεται ακριβώς αυτό που του λες.

Φυσικά υπάρχουν αυτοί που είναι “ταγμένοι” στην αντίδραση. Οτι κι αν πεις, ακόμα κι αν αυτό είναι εκείνο που πιστεύει ο -αντιδραστικός- συνομιλητής σου, δεν υπάρχει περίπτωση να συμφωνήσετε. Θα αντιδράσει σε αυτό που είπες, έχοντας πάντοτε την αντίθετη άποψη με απώτερο σκοπό να σε υποχρεώσει να συμφωνήσεις μαζί του.

Κι ας μην υπάρξει κάποια ουσία από τη συζήτηση. Αυτό στοχεύει ο αντιδραστικός συνομιλητής. Το καλό με την ελευθερία του λόγου είναι οτι όλοι μπορούν να πουν οτιδήποτε κι αν έχουν στο μυαλό και την ψυχή τους. Οπότε ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει το θάρρος να πει την άποψή του, είναι πολύ πιθανό να ακούσει έναν άλλο να μιλάει για τα ίδια πράγματα που πιστεύει και ο ίδιος.

Είτε, λοιπόν, θα πάρει κουράγιο και θα αρχίσει να μιλάει και αυτός είτε θα πλησιάσει εκείνον ή εκείνους που μοιάζουν οι απόψεις τους με τη δική του και θα γίνουν μια ομάδα. Μια ομάδα που είναι μεν ανοιχτή στη συζήτηση αλλά είναι “ταγμένη” ακριβώς στα ίδια πιστεύω. Άρα αποκλεισμένη από άλλες ιδέες και γνώμες.

Όχι οτι αυτό είναι κανόνας αλλά όπως και να το κάνουμε, με το μυαλό μας αν το σκεφτούμε, όταν υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που πιστεύουν σε κάτι κοινό, όσο ανοιχτόμυαλοι και να ‘ναι δεν παύει να έχουν κατασταλάξει κάπου. Απλό παράδειγμα: Εγώ και μερικοί άλλοι υποστηρίζουμε τον Ολυμπιακό. Εσύ και μερικοί γνωστοί σου τον Παναθηναϊκό και πάει λέγοντας.

Για όλους εμάς κοινό μας ερέθισμα είναι/ήταν ο αθλητισμός, το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το πόλο κ.ο.κ. Από τη στιγμή όμως που διαλέξαμε μια ομάδα για χίλιους δυο λόγους -ή και για κανέναν απλώς η “επιλογή” έγινε πάππου προς πάππου- τότε στην ουσία αποφασίσαμε να διαφωνούμε για τα ίδια θέματα. Ο αθλητισμός είναι το φόντο και μέσα σε αυτό βρισκόμαστε όλοι εμείς. Κοινός τόπος, άλλα γούστα…

Αυτό στο οποίο δεν ευθύνεται κανένας είναι η… κατανόηση. Τι εννοώ; Μπορεί να εξηγήσεις άψογα τις απόψεις σου, να χρησιμοποιήσεις απλή γλώσσα για να σε καταλάβουν ακόμα και πεντάχρονα παιδιά, αλλά ο/οι συνομιλητής/τές σου να μην καταλάβουν Χριστό! Αυτό άλλωστε είναι και το πιο πιθανό και αυτό όχι επειδή απευθύνεσαι σε γίββωνες και πιθήκια αλλά επειδή ο καθένας έχει ήδη στο μυαλό του μια άποψη για αυτό το οποίο του λες.

Ακόμα κι αν δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα, όσο εσύ μιλούσες και του έλεγες τι και πως, εκείνος είχε ήδη φτάσει στο δικό του συμπέρασμα. Όχι από αυτά που άκουσε και επεξεργάστηκε με το μυαλό του αλλά από “μερικά” από αυτά που είπες. Το αιώνιο πρόβλημα σε κάθε κουβέντα. Κανείς δεν περιμένει κανέναν να τελειώσει αυτό που εξηγεί μπας και το καταλάβει και ο ίδιος. “Όχι φίλε μου, ξέρω ήδη τι θα πεις“…

Στην εποχή μας λοιπόν είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε τέτοιες καταστάσεις, όσο εκνευριστικές κι αν είναι. Το κακό με τους ανθρώπους είναι οτι δεν έχουν πια τη διάθεση ούτε να ακούσουν αλλά ούτε και να μάθουν. Ο καθένας έχει μια γνώμη, που ανάθεμα κι αν είναι δική του και με αυτή σκέφτεται, αυτή υποστηρίζει, αυτή θέλει να προβάλλει.

Στο ίδιο μοτίβο θα σας πω μια ιστορία από τα αρχαία χρόνια, όχι από την Ελλάδα αλλά από την Κίνα. Ο Σουν Τζου θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στρατηγούς και φιλόσοφους όλων των εποχών. Σύμβουλος αυτοκράτορων και συγγραφέας πολλών βιβλίων όπως και του εκπληκτικού “Η Τέχνη Του Πολέμου“.

Σε μία από τις ιστορίες που είχε γράψει εκεί μέσα, ο Σουν Τζου ανέφερε σχετικά με την πειθαρχία των στρατιωτών και των αξιωματικών τους, οτι αποφάσισε μια μέρα να ετοιμάσει μια επίδειξη για τον αυτοκράτορα. Διέταξε όλες τις παλλακίδες του παλατιού να παρουσιαστούν στην βασιλική αυλή.

Τις χώρισε σε δύο τμήματα, ανέθεσε τη διοίκηση του κάθε τμήματος σε µία ευνοούμενη παλλακίδα του βασιλιά και στη συνέχεια τους εξήγησε μερικά απλά παραγγέλματα όπως “κλίνατε επί δεξιά“. Όταν όμως τις διέταξε να εκτελέσουν τα παραγγέλματα, εκείνες απλώς ξέσπασαν σε χαχανητά. Ο Σουν Τζου θεωρώντας ότι ίσως τα παραγγέλματα να µην είχαν εξηγηθεί καλά, πράγμα που ήταν ευθύνη του στρατηγού, τα εξήγησε ξανά και ξανά χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Έπειτα διέταξε να θανατώσουν τις δύο ευνοούμενες παλλακίδες, θεωρώντας ότι η µη εκτέλεση των διαταγών από το στράτευμα παρά την εξήγησή τους από τον στρατηγό ήταν ευθύνη των αξιωματικών. Ο βασιλιάς που παρακολουθούσε από απόσταση τα τεκταινόμενα, έστειλε εντολή στον Σουν Τζου να µματαιώσει τη θανάτωση όμως ο τελευταίος, παραθέτοντας τη δική του διδαχή “Υπάρχουν διαταγές του ηγεμόνα που δεν θα πρέπει να εκτελέσετε“, προχώρησε κανονικά στη θανάτωση.

Στη συνέχεια, αντικατέστησε τις νεκρές παλλακίδες µε δύο άλλες και έδωσε ξανά τα παραγγέλματα, τα οποία αυτή τη φορά εκτελέστηκαν µε ακρίβεια, ταχύτητα και σιωπή. Ο Σουν Τζου διαβεβαίωσε τον βασιλιά ότι πλέον οι παλλακίδες του είχαν μετατραπεί σε αξιόμαχη στρατιωτική μονάδα, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να αλλάξει την εμφανώς κακή διάθεση του βασιλιά, ο οποίος διέταξε τη διακοπή της άσκησης.

Κοινώς όσο ξεκάθαρα και αν μιλήσεις, όσο απλοϊκά κι αν τα παρουσιάσεις τα πράγματα, αν ο συνομιλητής σου πάσχει στην αντίληψή του τότε το αποτέλεσμα είναι το ίδιο προβληματικό όπως και κάθε άλλη φορά. Όπως έχει συμβεί κατά καιρούς με διάφορα θέματα που έχουμε γράψει στο etoliko.gr.

Υπάρχουν συγκεκριμένα άτομα που εκφέρουν πάντοτε διαφορετική άποψή, ακόμα και σε θέματα όπως για παράδειγμα “το νοσοκομείο Μεσολογγίου έχει προβλήματα“. Θέματα που είναι αποδεκτά από όλους και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης.

Εκτός κι αν μιλάμε για κακοπροαίρετα άτομα με κολλημένα μυαλά και απόψεις, άνθρωποι που έφτασαν σαράντα και πενήντα χρονών και είναι ακόμα στο ίδιο έργο -του κεφαλιού τους- θεατές. Άτομα που για χάριν της δημοκρατίας που απολαμβάνουμε όλοι μας, έχουν κάθε δικαίωμα να μας κάνουν να φαινόμαστε δυσνόητοι.

Μιχάλης Βελτσίστας