Η σχολική χρονιά μόλις ξεκίνησε.
Και μαζί της ξεκινά και ο γνωστός αγώνας δρόμου: σχολείο, τσάντες, διαδρομές, δραστηριότητες.
Μέσα σ’ όλα αυτά, εμφανίζεται και το «μεγάλο ντέρμπι» των απογευμάτων. Ποιος θα βοηθήσει τα παιδιά; Ο γονιός ή τα κέντρα;
Αναρωτιέμαι πότε ακριβώς άρχισε να θεωρείται «φυσιολογικό» να έχουν τα παιδιά του δημοτικού πρόγραμμα… full time.
Σχολείο το πρωί, κέντρο μελέτης το απόγευμα, μετά ξένες γλώσσες, αθλήματα, μουσική.
Κι ύστερα πάλι σπίτι, για να χωρέσει λίγο διάβασμα ακόμα.
Κι εκεί που λες «εντάξει, γεμίσαμε», έρχονται να προστεθούν και τα ραντεβού σε κέντρα λογοθεραπείας, εργοθεραπείας, ειδικών μαθησιακών δυσκολιών.
Φυσικά, πολλά παιδιά τα χρειάζονται πραγματικά και ωφελούνται.
Αλλά δεν μπορώ να μη σκεφτώ: μήπως μερικές φορές μπαίνουμε κι εδώ σε μια λογική υπερβολής;
Μήπως, στην αγωνία μας να μη χάσει το παιδί «ούτε μισό βήμα», φορτώνουμε το πρόγραμμά του με ακόμα περισσότερους σταθμούς;
Το πρόγραμμα σαν παζλ
Αν κάνεις μια βόλτα έξω από σχολείο στις 2 το μεσημέρι, μοιάζει με «pit stop» της Formula 1.
Γονείς με αυτοκίνητα στη σειρά, παιδιά που αλλάζουν τσάντα στα γρήγορα στο πίσω κάθισμα, σάντουιτς στο χέρι και φύγαμε για τον επόμενο σταθμό.
Στο κέντρο μελέτης θα κάνουν τα μαθήματα.
Στην εργοθεραπεία θα δουλέψουν την προσοχή και τη λεπτή κινητικότητα.
Στη λογοθεραπεία θα προπονήσουν την ομιλία.
Και στο ενδιάμεσο, θα προσπαθήσουν να ανασάνουν λίγο πριν το επόμενο ραντεβού.
Κι όλα αυτά… πριν καν φτάσουν γυμνάσιο.
Τα κέντρα ανεβαίνουν στο σκορ
Παντού γύρω μας ξεφυτρώνουν κέντρα μελέτης και κέντρα ειδικών θεραπειών.
Κι αν ρωτήσεις τους γονείς, οι περισσότεροι θα σου πουν πως είναι απαραίτητα.
«Δεν προλαβαίνω να τον διαβάσω.»
«Δεν ξέρω πια πώς διδάσκονται τα μαθήματα.»
«Ο ειδικός είπε να κάνει 2 φορές την εβδομάδα εργοθεραπεία.»
«Όλοι πάνε σε λογοθεραπευτή, μήπως πρέπει κι εμείς;»
Και το παιδί;
Μαθαίνει καλύτερα; Βοηθιέται πραγματικά; Ή απλώς συνεχίζει την ίδια κούραση σε άλλο χώρο, με άλλο «προπονητή»;
Το σχολείο στη μέση
Οι δάσκαλοι πιέζονται να βγάλουν την ύλη, να κρατήσουν τα παιδιά συγκεντρωμένα, να ανταποκριθούν σε γονείς που έχουν άγχος και απαιτήσεις.
Κι οι γονείς; Καλούμαστε να στηρίξουμε — αλλά δεν ξέρουμε πάντα πώς. Δεν έχουμε χρόνο, δεν έχουμε υπομονή, δεν έχουμε ενέργεια μετά τη δική μας μέρα.
Μήπως έτσι εξηγείται που τα κέντρα —όποια κι αν είναι— γίνονται ο «παίκτης κλειδί» του παιχνιδιού;
Σαν ένας τρίτος που μπαίνει στον αγώνα ανάμεσα στο σχολείο και το σπίτι.
Το παιδί στο κέντρο του παιχνιδιού
Όμως, αναρωτιέμαι:
Τι χρειάζεται στ’ αλήθεια το παιδί;
Να το διαβάζουν; Να το θεραπεύουν; Ή να βρει σιγά-σιγά τον δικό του ρυθμό;
Να τρέχει από δραστηριότητα σε δραστηριότητα; Ή να έχει και λίγο χρόνο να παίξει, να βαρεθεί, να φανταστεί;
Πότε προλαβαίνει να καθίσει στον καναπέ και να χαζέψει το ταβάνι;
Πότε προλαβαίνει να τσακωθεί με το αδερφάκι του για το ποιος θα πάρει το παιχνίδι;
Πότε προλαβαίνει να ζήσει την παιδική του ηλικία;
Τελικό σκορ (προς το παρόν)
Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστή απάντηση.
Ξέρω όμως ότι τα παιδιά σήμερα ζουν σαν μικροί «υπάλληλοι» σε πρόγραμμα πλήρους απασχόλησης.
Κι αν το δούμε σαν αγώνα, το σκορ δείχνει:
Κέντρα μελέτης, λογοθεραπείας, εργοθεραπείας – Γονείς 1-0.
Το ερώτημα είναι:
Θέλουμε στ’ αλήθεια να συνεχιστεί αυτό το πρωτάθλημα;
Ή μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε λίγο τους κανόνες του παιχνιδιού;