Μετά τον σάλο που προκάλεσε η είδηση για το λουκέτο σε 204 καταστήματα ΕΛΤΑ, αλλά και τον αναβρασμό που επικράτησε ακόμη και εντός της Νέας Δημοκρατίας, ήρθε σήμερα η επίσημη ανακοίνωση της διοίκησης των Ελληνικών Ταχυδρομείων, επιχειρώντας να ρίξει τους τόνους και να εξηγήσει το σχέδιο «ανασχηματισμού» του δικτύου.
Σύμφωνα με τα ΕΛΤΑ, ο οργανισμός βρίσκεται «αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη πρόκληση της ιστορίας του», καθώς για περισσότερες από τρεις δεκαετίες καταγράφει ζημιές και λειτουργεί σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον, χωρίς πλέον τη δυνατότητα κρατικής ενίσχυσης, λόγω ευρωπαϊκών κανόνων. Όπως υπογραμμίζεται, αν δεν ληφθούν τώρα αποφάσεις, «μέσα στους επόμενους έξι έως εννέα μήνες οι συνέπειες θα είναι μη αναστρέψιμες».
Η διοίκηση δηλώνει πως «δεν πρόκειται για σχέδιο συρρίκνωσης, αλλά για διάσωση και αναγέννηση» των ΕΛΤΑ, μέσα από έναν μετασχηματισμό που στοχεύει σε ένα πιο ευέλικτο, αποδοτικό και σύγχρονο ταχυδρομείο.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη
Σε πρώτη φάση, θα ανασταλεί η λειτουργία μόνο των καταστημάτων που βρίσκονται σε αστικά κέντρα και πρωτεύουσες νομών όπου λειτουργούν ήδη και άλλα ΕΛΤΑ. Δηλαδή, δεν θα μείνει καμία περιοχή χωρίς κάλυψη, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο του σχεδίου.
Για την υπόλοιπη περιφέρεια, οι αλλαγές θα γίνουν σε διάστημα τριών μηνών. Όπως τονίζεται, «θα υπάρξει χρόνος να εξηγηθεί η αναγκαιότητα των παρεμβάσεων και να εξεταστεί η λειτουργία πρακτορείων, εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον από τις τοπικές κοινωνίες».
Η ανακοίνωση επισημαίνει επίσης ότι ο κοινωνικός ρόλος των ΕΛΤΑ «δεν αναιρείται, αλλά ενισχύεται» μέσα από την αξιοποίηση της τεχνολογίας και νέων εργαλείων, όπως το πρόγραμμα «ΕΛΤΑ κατ’ οίκον» και ο ψηφιακός ταχυδρόμος, που θα εξυπηρετεί πολίτες με tablet και POS, στην πόρτα τους.
Όπως υποστηρίζει η διοίκηση, «η πλειονότητα των συναλλαγών πραγματοποιείται πλέον εκτός καταστημάτων» και το φυσικό ταχυδρομείο σε πολλές περιοχές έχει περιοριστεί σε ελάχιστο αντικείμενο.
Το στοίχημα τώρα είναι αν η «αναγέννηση» αυτή θα πείσει και –κυρίως– αν θα εξυπηρετεί πραγματικά τον πολίτη, ιδιαίτερα στην επαρχία όπου το ταχυδρομείο δεν είναι απλώς υπηρεσία, αλλά ανάγκη.